Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Τέρμα τα προβλήματα ... στο σεξ για τους άνδρες;


Η αρτηρία που αιματώνει το πέος διατηρείται ανοιχτή από έναν κύλινδρο που ονομάζεται στεντ.

Δρ Δημήτρης Ψυρρόπουλος

Ουάσινγκτον

«Μπαλονάκι» αντί για φάρμακα - Αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας με αγγειοπλαστική

Η τεχνική που χρησιμοποιείται σήμερα ευρέως για την διάνοιξη των αποφραγμένων αγγείων της καρδιάς θα μπορούσε να επεκταθεί και στην αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας.

Η Medtronic, κορυφαία εταιρεία ιατρικών υλικών και συσκευών όπως οι βηματοδότες, ολοκλήρωσε μια πρώτη μελέτη σκοπιμότητας σε δείγμα 30 ανδρών, μέσης ηλικίας 60 χρόνων.

Στη νέα τεχνική, ένα stent, δηλαδή ένας κύλινδρος από μεταλλικό πλέγμα, παρόμοιους με αυτούς που χρησιμοποιούνται για την αγγειοπλαστική στα αγγεία της καρδιάς, εισάγεται μέσα στην εσωτερική αιδοιική αρτηρία, η οποία τροφοδοτεί με αίμα το πέος.

Το stent τοποθετείται με τη βοήθεια ενός καθετήρα -ενός εύκαμπτου καλώδιου με εργαλεία και μια κάμερα στην άκρη- ο οποίος εισάγεται σε μια αρτηρία στο μηρό και κατευθύνεται μέχρι τα γεννητικά όργανα, όπου φουσκώνει ένα «μπαλονάκι» και ανοίγει το αγγείο πριν τοποθετηθεί το stent.

Τα προκαταρκτικά ευρήματα δείχνουν ότι τα δύο τρίτα των ασθενών βελτιώθηκαν κατά τουλάχιστον 4 βαθμούς στην τριανταβάθμια κλίμακα του «Εσωτερικού Δείκτη Στυτικής Δυσλειτουργίας».

Η αγγειοπλαστική της αιδοιικής αρτηρίας απευθύνεται δυνητικά σε μια σημαντική μερίδα ασθενών, εξήγησε στο Reuters ο Τζέισον Ρότζερς του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ντέιβις, ο οποίος διενήργησε τη μελέτη για λογαριασμό της εταιρείας.

Σήμερα, είπε, το 50% των ασθενών με στυτική δυσλειτουργία διακόπτουν τη θεραπεία με φάρμακα (όπως το Viagra, το Cialis και το Levitra), είτε επειδή δεν είναι αποτελεσματικά, είτε επειδή δεν ανέχονται τις παρενέργειες, με κυριότερη την πτώση της πίεσης του αίματος. «Υπάρχει μια πραγματική κλινική ανάγκη που δεν έχει καλυφθεί» είπε ο ερευνητής. Ανέφερε ακόμα ότι, τρεις μήνες μετά την επέμβαση, κανένας από τους 30 πρώτους ασθενείς δεν έχει εμφανίσει σημαντικές παρενέργειες.

Αναγνώρισε πάντως ότι οι τυχόν μακροπρόθεσμες παρενέργειες θα μπορούσαν να εμφανιστούν πολύ αργότερα, και θα περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να ξεκινήσουν μεγάλες κλινικές μελέτες.

Πηγές: Newsroom ΔΟΛ